Ή τέχνη τού γραπτού λόγου δέν πρέπει νά περιορίζεται απλώς σέ μία καταγραφή επεισοδίων καί καταστάσεων, ούτε σέ μία εξιστόρηση περιστατικών ενός οδοιπορικού κάποιων προσώπων. Δέν αρκεί ή περιγραφή τών τεκταινομένων όσο γλαφυρή καί άν είναι, χωρίς παραλλήλως νά γίνεται ή αποκάλυψις τών χαρακτήρων είς βάθος καί νά επεκτείνεται έως καί τό ψυχογράφημα τών ηρώων σέ όλες του τίς πτυχές.
Οί πιθανές ελλείψεις, όπως τό μορφωτικό, ή απειρία ή κοινωνική καί ή απουσία εμπειριών ουδόλως πρέπει νά πτοούν τόν συγγραφέα, διότι ό άνθρωπος πού διαθέτει θέληση καί τό επιθυμεί διακαώς, θά βελτιωθεί μέσα από τήν δική του πνευματική προσπάθεια καί όχι αποστηθίζοντας, επαναλαμβάνοντας καί αντιγράφοντας τεχνικές άλλων, πράγμα σύνηθες. Σέ τελική ανάλυση από μία στιγμή καί εντεύθεν περισσότερα διδάσκεται κανείς γράφοντας καί λιγότερα διαβάζοντας. Αυτό οφείλεται στό ότι είναι υποχρεωμένος έκ τών πραγμάτων καταβάλλοντας ιδιαίτερη πνευματική προσπάθεια νά δουλέψει επάνω στό θέμα πού πραγματεύεται, μελετώντας καί αναλύοντας όλα τά θετικά καί αρνητικά πού εντοπίζει, βρίσκοντας έτσι τόν δρόμο πού θά τόν οδηγήσει στήν σωστή κατεύθυνση, γιά νά δώσει έν συνεχεία μία σαφή καί τεκμηριωμένη απάντηση στό εκάστοτε θέμα, κυρίως κοινωνικό, πού τόν ενδιαφέρει καί τόν απασχολεί.
Οί σημερινοί άνθρωποι στήν πλειονότητά των, έχουν αποκτήσει μία ομοιομορφία χαρακτήρος σάν αποτέλεσμα τής ιδίας περίπου μορφωτικής, οικονομικής καί κοινωνικής διαδρομής, μέ ίδιες παραστάσεις, καθώς επίσης ίδια ενδιαφέροντα καί επιθυμίες.
Λίγοι είναι εκείνοι τών οποίων οί συγκυρίες τής ζωής τούς υποχρέωσαν νά ακολουθήσουν διαφορετική πορεία καί τούς επέτρεψαν αποκτώντας πείρα καί εμπειρίες ξένες από αυτές τού πλήθους τών πολλών νά διαφέρουν καί νά ξεχωρίζουν κυρίως όσον αφορά τόν τρόπο σκέψεως. Τό γεγονός αυτό τούς δίνει τήν δυνατότητα νά εντοπίσουν καί νά αποσαφηνίσουν μέ μεγαλύτερη ευκολία τά κοινωνικά φαινόμενα. Παρ'όλα αυτά ή διαρκής ενασχόλησις μέ τά θέματα πού αφορούν τήν ζωή καί τήν κοινωνία γενικώς, θά επιτρέψουν καί στούς μή έχοντας εμπειρίες νά αποκτήσουν τήν απαιτούμενη διαύγεια προκειμένου νά δώσουν καί αυτοί μέ τήν σειρά τους τίς ερμηνείες πού πρέπει.
Στήν αντίθετη πλευρά ό αναγνώστης, θά πάρει τίς πληροφορίες καί τίς απαντήσεις πού πιθανόν τόν ικανοποιούν, αλλά δέ θά έχει κάνει εκείνη τήν είς βάθος πνευματική διαδρομή πού ακολουθήθηκε από τήν σκέψη τού μελετητού-συγγραφέα, ή οποία τού επέτρεψε καί τού επιτρέπει νά γνωρίζει τίς διάφορες εκδοχές καί κάνοντας τίς επιλογές του νά κρίνει μέ ευχέρεια, καταλήγοντας στήν σωστή κατά τό δυνατόν απάντηση ενός όποιου ερωτήματος ή οποιουδήποτε θέματος στόν τομέα τών ενδιαφερόντων του προέκυψε ή ενδεχομένως νά προκύψει.
Ό αναγνώστης επιλέγει τόν εύκολο δρόμο τών επιφανειακής μορφής γνώσεων, οί οποίες απλώς καί μόνον τού προσφέρουν τήν αυταπάτη ότι ανήκει στό κλάμπ τών ανθρώπων τού πνεύματος καί άς μήν έχει καταγράψει ποτέ του ούτε μία διαφωνία, ούτε μία κρίση τεκμηριώνοντάς την μέ επιχειρήματα προκειμένου νά επιβεβαιώσει, στόν εαυτόν του έστω, τού λόγου τό αληθές περί πνευματικότητος. Θέλει νά πιστεύει ότι ευρίσκεται σέ πλεονεκτικότερη θέση αυτής τών υπολοίπων, οί οποίοι ίσως δέν διαθέτουν βιβλιοθήκη ή τουλάχιστον όχι τού ιδίου μεγέθους μέ τήν ιδικήν του. Ή απαρίθμησις βιβλίων καί συγγραφέων τού αρκεί γιά νά είναι ικανοποιημένος, θεωρώντας ακόμα ότι δίνει έτσι τήν ευκαιρία στούς συνομιλητές του νά τόν θαυμάσουν γιά τήν μνήμη του, κερδίζοντας συγχρόνως πόντους ανεβάζοντας τήν θέση του αναρριχώμενος στήν κοινωνική κλίμακα. Σίγουρο όμως είναι ότι τέτοιου είδους σκέψεις έκ μέρους μίας μερίδος βεβαίως αναγνωστών, δέν είναι τίποτε άλλο παρά ουτοπίες αφελών καί μόνον.
Κώστας Σκιαδάς