Όπως καί στήν περίπτωση τών νόμων τών οποίων ή αποδοχή είναι υποχρεωτική, ασχέτως εάν συμφωνεί κανείς μαζί τους ή όχι, έτσι καί στά κοινωνικά ζητήματα οί κανόνες είναι εκείνοι πού ρυθμίζουν τήν συμπεριφορά τών ανθρώπων, κυρίως μέ βάση τήν αρχή τής πλειοψηφίας. Όταν όμως ή πλειοψηφία μίας κοινωνίας λειτουργεί μέ ανειλικρινείς κανόνες, τότε εκείνος ό οποίος παραμένει πιστός σέ αυτήν τήν αρχή θά τό θεωρήσει υποχρέωσή του, ίσως ακόμα καί καθήκον του όπως ενταχθεί καί προσαρμοσθεί σέ αυτούς τούς κανόνες, ούτως ώστε νά αποτελέσει μέλος ουσιαστικό τής κοινωνίας αυτής. Θά μπορεί εύκολα πλέον νά μήν εκπληρώνει τίς υποσχέσεις του καί τό ίδιο εύκολα θά μπορούσε νά επικαλεσθεί μία σειρά από αστάθμητους παράγοντες οί οποίοι παρεμπόδισαν υποτίθεται τήν υλοποίησή τους. Μέ αυτόν τόν τρόπο ό ανειλικρινής διατηρεί ήσυχη τήν συνείδησή του - άν διαθέτει από αυτήν - καί εκτός αυτού ή ανειλικρίνεια δέν θά μπορούσε νά θεωρηθεί ανήθικη πράξις. Όσοι πάλι έχουν τό θάρρος διατηρώντας τήν ανεξαρτησία τού πνεύματός τους καί τολμούν νά μήν ακολουθούν τούς κανόνες αυτούς, θά συναντήσουν δυσκολίες στίς διαπροσωπικές τους σχέσεις καί θά κατηγορηθούν σάν απροσάρμοστοι, εγωκεντρικοί καί γραφικοί, χωρίς ασφαλώς νά αποφύγουν καί τόν χαρακτηρισμό ό οποίος τούς κατατάσσει στήν τάξη τών ηλιθίων.
Ή προέλευσις αυτής τής συμπεριφοράς δέν αφήνει αμέτοχες τίς όποιες ηγετικές ομάδες καί εκεί άς εστιασθεί ή προσοχή, γιατί εάν ή κοινωνική τάξις ή οποία ευρίσκεται στήν κορυφή μίας κοινωνίας δέν θέλει νά είναι ειλικρινής, γιά λόγους ασφαλώς προφανείς, ή συμπεριφορά αυτή διαχέεται πρός τά κάτω καί υιοθετείται. Όταν όμως ή κοινωνία φθάσει στό σημείο νά αποδέχεται αυτού τού είδους τίς συμπεριφορές, ότι δηλαδή αυτός πού αγωνίζεται γιά τήν κατάκτηση μίας θέσεως στήν κοινωνική κλίμακα, από τήν πολιτική καί τό εμπόριο έως τίς συναναστροφές καί τόν έρωτα, μπορεί κατά θεμιτό τρόπο νά χρησιμοποιεί ανειλικρινείς υποσχέσεις γιά τήν επίτευξη τού σκοπού του, τότε αυτή ή κοινωνία θά οδηγηθεί σέ αδιέξοδο. Οί πολίτες θά εμπλακούν καί θά συνθλιβούν κάτω από τούς κανόνες πού αυτοί οί ίδιοι εθέσπισαν. Τούς νόμους από τήν μία πλευρά προκειμένου νά λειτουργήσουν ή ισονομία καί ή ισοπολιτεία, ενώ από τήν άλλη ή ανειλικρινής συμπεριφορά μεταξύ των θά αναιρεί αυτούς τούς κανόνες βάζοντας σοβαρά εμπόδια στήν λειτουργία τής πολιτείας.
Πάμε όμως καί στό ακανθώδες ζήτημα τού έρωτος. Εάν δηλαδή επιτρέπεται νά χρησιμοποιηθούν στίς ερωτικές μάχες όλα τά όπλα τά οποία θά μπορούσε νά επινοήσει ή πού διαθέτει κανείς συμπεριλαμβανομένων καί τών ανειλικρινών υποσχέσεων. Ώς γνωστόν σέ έναν ερωτευμένο, ασχέτως φύλου, τό αίσθημα έχει εξουδετερώσει ολοκληρωτικώς ή έν μέρει τό λογικό καί οί αποφάσεις παίρνονται ερήμην τής λογικής. Συνεπώς θά ήταν λάθος νά προσπαθήσει νά αντιμετωπίσει κανείς μία παρόμοια περίπτωση μέ λογικά επιχειρήματα αγνοώντας τήν συναισθηματική φόρτιση καί τίς ιδιαίτερες συνθήκες κάτω από τίς οποίες διεξάγονται αυτού τού είδους οί μάχες. Είναι μάχες στίς οποίες επιστρατεύονται όλα τά όπλα πού μπορεί νά χρησιμοποιήσει ό εκάστοτε πολεμιστής, καταστρατηγώντας τούς όποιους κανόνες καί αδιαφορώντας γιά τήν ευγενή άμιλλα στήν περίπτωση πού υπάρχει αντίζηλος πού ίσως διαθέτει τό πλεονέκτημα. Δύσκολα επομένως νά κατακρίνει κανείς τίς ενέργειες του, οί οποίες αποσκοπούν στήν κατάκτηση καί πού έχουν έναν σκοπό ιερό όπως τό ίδιο τό ένστικτο επιτάσσει. Βεβαίως εάν υπερβεί τά εσκαμμένα θά υποστεί τίς συνέπειες, οπωσδήποτε όμως τά ελαφρυντικά σέ έναν ερωτευμένο είναι πολλά καί όσοι έχουν περάσει από αυτήν τήν διαδικασία καί έχουν γνωρίσει τίς δοκιμασίες θά τόν κατανοήσουν.
Καί ερχόμαστε τώρα στόν ρόλο τών εξουσιών. Τό γεγονός ότι αυτού του είδους οί συμπεριφορές είναι συμπεριφορές μίας κοινωνίας σέ παρακμή οφείλουν νά τό διαπιστώσουν οί ηγέτες καί νά προβούν στίς απαραίτητες ενέργειες. Επί παραδείγματι, όχι υποσχέσεις χωρίς αντίκρισμα έκ μέρους των, γιατί αυτή ή συμπεριφορά εκλαμβάνεται ή μπορεί νά ερμηνευθεί έτσι από τούς πολίτες, σάν τρόπος συμπεριφοράς πού δικαιούνται νά αντιγράψουν καί νά ακολουθήσουν.
Κώστας Σκιαδάς